Jump to content

ορφανοτροφείο

From Wiktionary, the free dictionary

Greek

[edit]

Noun

[edit]

ορφανοτροφείο (orfanotrofeíon

  1. orphanage

Declension

[edit]
Declension of ορφανοτροφείο
singular plural
nominative ορφανοτροφείο (orfanotrofeío) ορφανοτροφεία (orfanotrofeía)
genitive ορφανοτροφείου (orfanotrofeíou) ορφανοτροφείων (orfanotrofeíon)
accusative ορφανοτροφείο (orfanotrofeío) ορφανοτροφεία (orfanotrofeía)
vocative ορφανοτροφείο (orfanotrofeío) ορφανοτροφεία (orfanotrofeía)
[edit]