Jump to content

αντιστάθμιση

From Wiktionary, the free dictionary

Greek

[edit]

Noun

[edit]

αντιστάθμιση (antistáthmisif (plural αντισταθμίσεις)

  1. counterbalance

Declension

[edit]
Declension of αντιστάθμιση
singular plural
nominative αντιστάθμιση (antistáthmisi) αντισταθμίσεις (antistathmíseis)
genitive αντιστάθμισης (antistáthmisis) αντισταθμίσεων (antistathmíseon)
accusative αντιστάθμιση (antistáthmisi) αντισταθμίσεις (antistathmíseis)
vocative αντιστάθμιση (antistáthmisi) αντισταθμίσεις (antistathmíseis)

Older or formal genitive singular: αντισταθμίσεως (antistathmíseos)

[edit]