δορυφορικός
Appearance
Greek
[edit]Etymology
[edit]Learnedly from δορυφόρ(ος) (doryfór(os)) + -ικός (-ikós). Compare Ancient Greek δορυφορικός (doruphorikós, “of the guard”).[1]
Pronunciation
[edit]Adjective
[edit]δορυφορικός • (doryforikós) m (feminine δορυφορική, neuter δορυφορικό)
Declension
[edit]singular | plural | ||||||
---|---|---|---|---|---|---|---|
masculine | feminine | neuter | masculine | feminine | neuter | ||
nominative | δορυφορικός (doryforikós) | δορυφορική (doryforikí) | δορυφορικό (doryforikó) | δορυφορικοί (doryforikoí) | δορυφορικές (doryforikés) | δορυφορικά (doryforiká) | |
genitive | δορυφορικού (doryforikoú) | δορυφορικής (doryforikís) | δορυφορικού (doryforikoú) | δορυφορικών (doryforikón) | δορυφορικών (doryforikón) | δορυφορικών (doryforikón) | |
accusative | δορυφορικό (doryforikó) | δορυφορική (doryforikí) | δορυφορικό (doryforikó) | δορυφορικούς (doryforikoús) | δορυφορικές (doryforikés) | δορυφορικά (doryforiká) | |
vocative | δορυφορικέ (doryforiké) | δορυφορική (doryforikí) | δορυφορικό (doryforikó) | δορυφορικοί (doryforikoí) | δορυφορικές (doryforikés) | δορυφορικά (doryforiká) |
References
[edit]- ^ δορυφορικός, in Λεξικό της κοινής νεοελληνικής [Dictionary of Standard Modern Greek], Triantafyllidis Foundation, 1998 at the Centre for the Greek language