Jump to content

δολοφονία

From Wiktionary, the free dictionary

Greek

[edit]

Noun

[edit]

δολοφονία (dolofoníaf (plural δολοφονίες)

  1. premediated murder, homicide, assassination

Declension

[edit]
Declension of δολοφονία
singular plural
nominative δολοφονία (dolofonía) δολοφονίες (dolofoníes)
genitive δολοφονίας (dolofonías) δολοφονιών (dolofonión)
accusative δολοφονία (dolofonía) δολοφονίες (dolofoníes)
vocative δολοφονία (dolofonía) δολοφονίες (dolofoníes)

Synonyms

[edit]
see: φόνος m (fónos, murder)